Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Γριά βάρκα



Μια γερασμένη βάρκα κάθεται βαριά στην αμμουδιά
Κοιτάζει με τα κουρασμένα θολά της μάτια τον πλατύ ήρεμο Ωκεανό
Αφουγκράζεται το τραγούδι των κυμάτων αλλά με δυσκολία πια
Είναι όμορφα και γαλήνια εδώ το περισσότερο καιρό
Ο πρωινός ήλιος τη χαιρετά και της χαϊδεύει το γέρικο ζαρωμένο κορμί
Οι μπογιές έχουν προ πολλού ξεφτίσει και μόνο μια ωχρή ανάμνηση δόξας έχει μείνει
Τότε που έμπαινε κατάφορτη με ψάρια λογιώ λογιώ στο λιμάνι
Τα χρώματα έλαμπαν κι έσκιζε το νερό με το στητό της στήθος
Ο καπετάνιος όρθιος έστριβε χαρούμενος το μουστάκι του κι έδινε δήθεν θυμωμένος τις διαταγές του στο μικρό ναυτάκι
Τώρα φαίνεται το γερασμένο ξύλο της με τα νερά, τις χαραμάδες και τους ρόζους
Ο θρασύς άνεμος εισβάλει από τα σκασίματα και ψιθυρίζει χυδαιότητες
Όλα τα μαλακά και τα σκληρά της μέρη που έχουν γίνει ένα πια
Κορμί διάφανο κι απαλό αργασμένο από τον αέρα και την άμμο
Γεμάτο κηλίδες αλλά και σημάδια από τις μάχες που έδωσε κάποτε
Τώρα που ο αχός της μάχης έχει χαθεί στο διάστημα το μόνο που απομένει είναι μόνον ο εαυτός της
Οι γλάροι κι οι αλκυόνες κάθονται στο ακρόπλωρο για λίγο μόνο
Τα παιδιά της πετάνε τα αλουμινένια κουτιά από αναψυκτικά και μπύρες
Άμμος, χαρτιά κι άλλα σκουπίδια μαζεύονται εντός της
Κάποτε στις δροσερές έναστρες νύχτες ακούει τους ερωτικούς αναστεναγμούς δίπλα της
Η άμμος νοτίζεται με πόθους και για λίγο ζεσταίνεται η καρδιά της
Μερικές φορές το κύμα αγριεύει και προσπαθεί να την αρπάξει
Φτάνει κοντά της ουρλιάζοντας και απειλώντας
Σταγόνες από τα θυμωμένα σάλια του πέφτουν στο πρόσωπό της
Εκείνη στέκει και το κοιτάζει αδιάφορα, ήρεμα
Μειλίχια ακούει και προσπαθεί να καταλάβει
Να νιώσει θέλει κι αυτή το θυμό αφού έχει ξεχάσει να θυμώνει
Αυτός ο αψύς φωνακλάς γείτονας είναι η μόνη συντροφιά της
Έχει δίκιο σ' αυτό που της φωνάζει, πως πρέπει επιτέλους να φύγει
Είναι μια γέρικη βάρκα και δεν έχει να περιμένει τίποτα
Οι άνθρωποι που έζησαν και μόχθησαν μαζί της έχουν φύγει
Κανείς δεν την επισκέπτεται και κανείς δεν θέλει να μάθει τα νέα της
Στο ταρσανά πια δεν τη πάνε να διορθώσουν ότι χάλασε ο ωκεανός
Τα πρόσωπα στις οικογενειακές φωτογραφίες στα άλμπουμ έχουν ξεθωριάσει
Θολές εικόνες των δικών της ανθρώπων που κάποτε νόμισε ότι αγάπησε
Μένει άδεια και μόνη
Οι πιο πολλές φιλενάδες της έχουν ήδη γίνει λίπασμα ή έχουν καεί
Μόνο το ωκεάνιο κύμα με όλες τις μεταπτώσεις στην συμπεριφορά του τη συντροφεύει
Είναι μια γέρικη βάρκα που όμως δεν θέλει να σαπίσει στην ακτή
Δεν θέλει να ακούσει το απαίσιο τρίξιμο της αποσύνθεσης
Όταν μια στρατιά από γλοιώδη σκουλήκια θα μασουλάνε τη σάρκα της
Θέλει να ταξιδέψει και να ανοιχτεί στον αφρισμένο πόντο με προσμονή και ανακούφιση
Τα άλλα κύματα που έρχονται από μακριά με βιασύνη και καταστροφική δύναμή
Να την αρπάξουν και να παίξουν μαζί της πετώντας την από εδώ κι από εκεί
Άγρια και χωρίς προσποιήσεις κι ευγένειες τα μπράτσα τους να τη διαλύσουν
Το τρίξιμο από το σκαρί της που διαλύεται στο άγριο παιχνίδι των κυμάτων
Να είναι ο τελευταίος ήχος που θα ακούσει χαμογελώντας αχνά
Έτσι όπως θα αφήνει τα κομμάτια της στις θάλασσες του κόσμου.  

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Πρώτες εντυπώσεις



Στο αεροπλάνο Έλληνες συνταξιούχοι της Αυστραλίας από τη Μελβούρνη. Μακεδόνες και ξερό ψωμί. Κάτσαμε δίπλα σ' έναν κύριο καλογυμνασμένο και μυώδη συνταξιούχο. Μεγάλα μπράτσα και καθόλου κοιλιά. Άκουσε που μιλούσαμε και μας μίλησε ελληνικά. Ο εβδομηντάχρονος κ. Δημήτρης από Σέρρες, ένα χωριό κοντά στο Σιδηρόκαστρο, ήταν αποκαλυπτικός και εξαιρετικά διαφωτιστικός: Η δημοκρατία φταίει για το χάλι της Ελλάδας που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα και που αν υπήρχε θα ήταν καλά. Αλλά τώρα που δεν υπάρχει η πραγματική ένας στρατιωτικός νόμος είναι που μας χρειάζεται. Ο ίδιος δούλευε στην τότε Κοινότητα κι έφυγε για Αυστραλία κι ας του χρωστούσαν λεφτά -που ποτέ δεν έλαβε- τον Μάρτη του '67 και -τι ατυχία! μόλις έφυγε, ήρθε η δικτατορία. Τώρα θα φτιάξουν τα πράγματα είπε αλλά δεν γύρισε. Έμεινε εκεί μαζί με την απορία του γιατί έδιωξαν οι ντόπιοι την Χούντα.

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Αναχώρηση



Φεύγουμε αργά σταθερά γεμάτοι πείσμα

Περνάμε θορυβώδεις και ματαιόδοξοι και χαράζουμε τον αιθέρα

Νομίζουμε ότι εκεί από που περάσαμε θα μείνει ένα κενό που θα καλυφτεί με άνθη και ήχους μαγικούς και προσμονή αθωότητας

Η κουρτίνα του χρόνου όμως κλείνει πίσω μας απαλά κι αποφασιστικά και μόνο μια μικρή ρυτίδα γύρω από το στεγνό στόμα απομένει

Άσβηστη υπογραφή αμηχανίας και πικρού αυτοσαρκασμού

Κακόφωνοι και πληκτικοί επιμένουμε να γεμίζουμε τον κόσμο με την δυσώδη σιωπή μας


Οι άλλοι που μένουν πίσω χώνουν τα κεφάλια τους σε κρύες γελαστές μάσκες

Κουνάνε τα χέρια και οι κινήσεις τους αιωρούνται στον βραδινό αέρα Κομμάτια μάρμαρα με σκουριές που χορεύουν ακόμα κι όταν εμείς χανόμαστε στην στροφή

Μιλάνε και κινούνται αργά χορεύοντας ίσως ή μάλλον ξεμουδιάζοντας τα μέλη τους που για χρόνια ήταν χωμένα σε τσιμεντένιες θήκες μιας χλιαρής αγαπούλας


Κι εμείς περνάμε και από το παράθυρο ενός οχήματος βλέπουμε ένα κομμάτι μας να ξεκολλά και να μένει πίσω

Είναι η ψυχή μας που μένει πίσω

Κρατά στο χέρι τη μάσκα που δεν θα φορέσει ποτέ αυτός ο εαυτός μας που δεν είχε την ικανότητα της προσποίησης και του ψεύδους

Στέκεται εκεί μαζί με τους άλλους που απλοί ευθυτενείς μοναχικοί και αλύγιστοι ως οι βράχοι των ορέων που άλλη συμπεριφορά από την αντίσταση δεν γνωρίζουν


Όσοι μπορέσαμε να φύγουμε, φωνάζουμε και σαλεύουμε τις φαντασιώσεις και τους τυχοδιωκτισμούς ως ιδανικά πασπαλισμένα με ελπίδα

Κάνουμε νόημα να έρθει η γεμάτη μνήμες ζωή μαζί μας αλλά αυτή μένει πίσω και σκεπάζεται από τις αναμνήσεις που συνέχεια ξεπετάγονται από κάτω


Όλα σκεπάζονται από τη σκόνη που πέφτει τα μεσάνυχτα από τα αστέρια Μικρά κομμάτια ήλιων και κομητών που μπόρεσαν να ξεφύγουν το φράγμα των νεφών

Άγγιξε για λίγο το παγωμένο σύμπαν και καταλάγιασε στις καρδιές μας

Πασπαλίζει τους μεταλλικούς ουρανούς μας και ανακατεύεται με την αισθησιακή δρόσο που γεμίζει τις βόρειες νύχτες ξεδιάντροπα


Άσπρη κίτρινη πούδρα που χορεύει και στριγγλίζει ταξιδεύοντας στις φτερούγες του άγριου σιμούν μας υποδέχεται

Πηγαίνουμε αδαείς κι ανυποψίαστοι προς την ωχρή καυτή σκόνη που βάφεται ως εκπορνευόμενη παιδίσκη κόκκινη κάθε δειλινό

Εντός της αποσυντίθεται το σώμα μας και μικροί κόκκοι γράφουν στο τελευταίο γαλάζιο τα μηνύματα που έπρεπε να κάνουμε όταν ψάχνουν για ίσκιο οι σκορπιοί και λυσσάνε τρέχοντας ζαβά στην πυρακτωμένη άμμο


Ο καύσων πυρπολεί τα σώματα κι εξαϋλώνει κυρίως τις μνήμες

Καθώς αφομοιώνομαι στο βρομισμένο καφέ και στο κίτρινο χαράζω με δύναμη τον ουρανό και τότε ένας κρότος σπάει τα τύμπανα των μελαψών καλλιτεχνών που περιμένουν να ξεκινήσει το γλέντι τη μεγάλη νύχτα του Ραμαζανιού