Στο αεροπλάνο
Έλληνες συνταξιούχοι της Αυστραλίας
από τη Μελβούρνη. Μακεδόνες και ξερό
ψωμί. Κάτσαμε δίπλα σ' έναν κύριο
καλογυμνασμένο και μυώδη συνταξιούχο.
Μεγάλα μπράτσα και καθόλου κοιλιά.
Άκουσε που μιλούσαμε και μας μίλησε
ελληνικά. Ο εβδομηντάχρονος κ. Δημήτρης
από Σέρρες, ένα χωριό κοντά στο
Σιδηρόκαστρο, ήταν αποκαλυπτικός και
εξαιρετικά διαφωτιστικός: Η δημοκρατία
φταίει για το χάλι της Ελλάδας που δεν
υπάρχει στην πραγματικότητα και που αν
υπήρχε θα ήταν καλά. Αλλά τώρα που δεν
υπάρχει η πραγματική ένας στρατιωτικός
νόμος είναι που μας χρειάζεται. Ο ίδιος
δούλευε στην τότε Κοινότητα κι έφυγε
για Αυστραλία κι ας του χρωστούσαν λεφτά
-που ποτέ δεν έλαβε- τον Μάρτη του '67 και
-τι ατυχία! μόλις έφυγε, ήρθε η δικτατορία.
Τώρα θα φτιάξουν τα πράγματα είπε αλλά
δεν γύρισε. Έμεινε εκεί μαζί με την
απορία του γιατί έδιωξαν οι ντόπιοι την
Χούντα.
Μετά άρχισε ένα
σχεδόν εξομολογητικό παραλήρημα για
την Ελλάδα και τους κατοίκους της που
δεν τη σέβονται, που αγνοούν την Ιστορία
κι αδιαφορούν για τους κινδύνους από
τα Σκόπια που αυτοί οι μετανάστες της
Αυστραλίας ξεκίνησαν πρώτοι την νέα
Αντίσταση κι όταν ήρθαν από εκεί για
την διαδήλωση για το όνομα “Μακεδονία”,
οι ντόπιοι τους κοίταζαν περίεργα. Μετά πέρασε στους σύγχρονους προδότες
πολιτικούς και να μη του μιλάμε για τον
προδότη Καραμανλή, τον κακώς επονομαζόμενο
Εθνάρχη διότι ο πατέρας του Καραμανλή
έσφαξε πρόσφυγες στα 1932 με τους
κομμουνιστές κομιτατζήδες. Χάος στα
μυαλά αλλά για την Ελλάδα τα μυαλά στα
κάγκελα! Ευτυχώς που με είδε που ήθελα
να διαβάζω και σταμάτησε.
Στο Αμπού Ντάμπι,
βγαίνοντας από το αεροπλάνο, ένα ρεύμα
αέρα καυτό και παχύ με υποδέχτηκε.
Κατεβήκαμε και περιμέναμε την άλλη
πτήση για το Μουσκάτ. Στην αίθουσα
άρχισαν να σκουραίνουν τα πρόσωπα και
τα ρούχα. Γυναίκες με μαύρα και μερικές
με σκεπασμένα πρόσωπα με γιασμάκια και
πολλοί Ινδοί, Πακιστανοί και Ασιάτες.
Φύγαμε αμέσως για μια πτήση περίπου
σαράντα λεπτών της ώρας.
Άφιξη στο
αεροδρόμιο στις 23:00. Πνιγηρή ατμόσφαιρα
στην δροσερή τους περίοδο! Κι εδώ αλλά
και στο Αμπού Ντάμπι οι άνθρωποι φιλικοί
κι εξυπηρετικοί με αγγλικά. Οι ντόπιες
με μαντήλες και μερικές με γιασμάκι
όπου ξεχώριζαν μόνο τα μάτια τους, οι
Ασιάτισες με τα παντελόνια τους, οι
Αφρικάνες με τα πολύχρωμα τους και οι
“Ευρωπαίες” με εξώπλατα μίνι και
κολλητά τζιν. Όλα ωραία και ταιριαστά.
Κανείς δεν ενοχλείται και δεν προκαλείται.
Παγκοσμιοποίηση με τα όλα της.
Έξω από το
αεροδρόμιο γινόταν χαμός από αυτοκίνητα.
Ο χώρος ήταν σχετικά μικρός οπότε όλα
ήταν ακίνητα με αναμμένες μηχανές. Αυτή
την περίοδο ετοιμάζουν το νέο τεράστιο
αεροδρόμιο διότι περιμένουν γενικά να
έρθει κόσμος. Έχουν ήδη προαναγγείλει
μεγάλα έργα και ζητάνε εργάτες. Για το
όλο σύστημα υποδοχής και έκδοσης καρτών
εργασίας θα γράψω άλλη μέρα. Μείναμε
εκεί περιμένοντας για το τζιπ που θα
μας έπαιρνε και που όταν ήρθε περίπου
είκοσι λεπτά μετά, ήταν σωτηρία το
δροσερό εσωτερικό του.
Η βίζα
με περίμενε στις αφίξεις αλλά καθυστέρησαν
να τη βρουν λόγω ενός λάθους στον αριθμό
διαβατηρίου. Οι γυναίκες στον έλεγχο
είχαν μαντήλια αλλά ακάλυπτο το πρόσωπο.
Οι νέες κοπέλες εργάζονται και κυκλοφορούν
με μαύρες μακριές ρόμπες αλλά κάτω από
το μαύρο ξεχωρίζει που και που το τζιν.
Οι άνδρες είναι με μακριές άσπρες ρόμπες
και λίγες σε αποχρώσεις ώχρας και γκρι
Φοράνε σανδάλια χωρίς κάλτσες προφανώς
παρόλο που τώρα είναι η ψυχρή περίοδος,
κάτι σα φθινόπωρο. Τον χειμώνα θα κάνει
κρύο, περίπου 25ο C! Το
κεφάλι τους είναι πάντα καλυμμένο είτε
με ένα σκούφο είτε με πολύχρωμα
τουρμπάνια. Παντού βλέπεις νέους
ανθρώπους εκεί γύρω στα τριάντα.
Το Μουσκάτ είναι
γεμάτο με ψυκτικούς θαλάμους που τα
λένε σπίτια, γραφεία και αυτοκίνητα.
Την ημέρα κανένας δεν κυκλοφορεί έξω.
Ο καυτός ήλιος με υγρασία τους κάνει
όλους να χώνονται σε κτίρια και αυτοκίνητα.
Ερκοντίσιον παντού στο φουλ που βουίζουν.
Το τοπίο είναι σε χρώμα ώχρας και μόνο
κάπου κάπου ξεχωρίζει λίγο σκονισμένο
πράσινο. Παρόλα αυτά έχουν γήπεδα γκολφ
και στον Εθνικό τους δρόμο προς το
Ντουμπάι υπάρχουν πολύ περιποιημένες
πρασιές και γκαζόν.
Οι μεγάλοι δρόμοι
τη νύχτα φωτίζονται από μεγάλους πυλώνες
αλλά στις γειτονιές, ανάμεσα στα σπίτια,
οι δρόμοι φωτίζονται από τα φώτα στις
μάντρες των σπιτιών.
Η επέκταση του
Μουσκάτ γίνεται παραλιακά κυριολεκτικά
πάνω στην άμμο. Όλη η παραλία στον Ινδικό
ωκεανό κτίζεται. Τα σπίτια περιβάλλονται
με ψηλή μάντρα κι όταν η αυλόπορτα είναι
ανοικτή βλέπεις πολλά αυτοκίνητα
παρκαρισμένα εντός. Όλα τεράστια, και
σχετικά καινούργια.
Μένουμε σε ένα
μεγάλο σπίτι σε μια περιοχή με μεγάλες
κατοικίες και αυλόπορτες. Κάπου σαν τα
Καλύβια για όσους ξέρουν από Αττική. Στο
Μουσκάτ πήγα μόνο για τη άδεια εργασίας
και δεν είδα τίποτα άλλο.
Μπορεί να μη
συμπαθούν τους Αμερικάνους αλλά ο
αμερικάνικος τρόπος ζωής σε όλο του το
μεγαλείο. Μεγάλα αυτοκίνητα και τεράστια
εμπορικά κέντρα που είναι γεμάτα με
κόσμο, όλοι κάτω από τα τριάντα τους! Οι
γέροι κι οι γριές που είναι; Τα Μακντόναλντς,
η Πίτσα Χατ, τα Στάρμπακς είναι εδώ. Όλες
οι γνωστές φόρμες είναι εδώ και τα
Καρφούρ επίσης. Νομίζεις ότι είσαι σε
ένα δικό μας εμπορικό κέντρο απλώς οι
μαυροφόρες κυριαρχούν και οι άνδρες με
τις ρόμπες. Όλοι τους με το κινητό στο
χέρι, όπως Ελλάδα επίσης.
Οδηγούν όμως
πιο στρωτά από εμάς, σέβονται τα σήματα
και δεν προσπερνάνε από την Λωρίδα
Έκτακτης Ανάγκης που κάνει κάθε Ελληναράς
που σέβεται το μπεεμβε του. Παίρνουν
δίπλωμα οδήγησης στα 18 και στην εκπαίδευση
του νέου οδηγού υπάρχει ειδικό μάθημα
για τη μη επιθετική οδήγηση. Η βενζίνη
έχει 0,4 ευρώ το λίτρο η σούπερ και 0,2 η
απλή.
Στις γειτονιές
υπάρχουν όλων των ειδών τα μαγαζιά:
πάμπολα πλυντήρια ρούχων και σιδερωτήρια,
ραφτάδικα, μαγαζιά ηλεκτρικών ειδών
και κινητής τηλεφωνίας, οικιακών ειδών,
μανάβικα, γρήγορου φαγητού -κυρίως
τουρκικά είδα- εστιατόρια, καφενεία.
Μοιράζουν διαφημιστικά στις αυλόπορτες
και ήδη πήραμε το πρώτο: ένα διαφημιστικό
από ζαχαροπλαστείο με τούρτες για
παιδικά πάρτι: Happy 5th
birthday Booze!
Οι Ομανοί είχαν
επεκταθεί σε δύο κατευθύνσεις και είχαν
κάνει αποικίες: στο νότιο Πακιστάν και
στη νήσο Ζανζιβάρη, ένα μικρό νησί που
σήμερα ανήκει στη Τανζανία. Οπότε σήμερα
οι Ομανέζοι κατάγονται από τις τρεις
αυτές “φυλές” κι έτσι είναι και οι
περιοχές που έχουν εγκατασταθεί. Κοινός
τόπος τους είναι η μουσουλμανική θρησκεία
σε μια ήπια μορφή της τον Ιμπαντισμό.
Οι μουεζίνηδες δεν ακούγονται καν αλλά
σε κάθε χώρο εργασίας υπάρχει χώρος για
την προσευχή τους. Προσεύχονται πέντε
φορές την ημέρα, από τις πέντε το πρωί
μέχρι τις επτάμισι το βράδυ για περίπου
ένα εικοσάλεπτο.
Αυτό προς το
παρόν. Στη φωτογραφία είναι δύο
“συνάδελφοι” που κάνουν τις εξωτερικές
δουλειές και που με χαρά δέχτηκαν να
τους φωτογραφήσω, έτσι για να έχετε μια
πρώτη εικόνα από Ομάν.
Πάντα εκπλήξεις...
ΑπάντησηΔιαγραφήΟ ελληνοαυστραλός και οι δύο της φωτογραφίας...ενδιαφέρουσα παρέα!
Προβλέπω τη μυθοποίηση α) της πατρίδας, β) της γυναίκας σου. Και τα δύο καλά..